διασπαρακτός

διασπᾰρ-ακτός, ή, όν,
A torn to pieces, E.Ba.1220, Ael.NA12.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασπαρακτά — διασπαρακτός torn to pieces neut nom/voc/acc pl διασπαρακτά̱ , διασπαρακτός torn to pieces fem nom/voc/acc dual διασπαρακτά̱ , διασπαρακτός torn to pieces fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπαρακτόν — διασπαρακτός torn to pieces masc acc sg διασπαρακτός torn to pieces neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.